Sunday, April 28, 2013

ΕφΣυν-Το διαζύγιο καπιταλισμού – δημοκρατίας

http://www.efsyn.gr/?p=45383#.UX1noDmrxCJ.twitter


Το διαζύγιο καπιταλισμού – δημοκρατίας

Ιδέες, παλιές και νέες

Από τον Θανάση Γιαλκέτση

Το κείμενο που ακολουθεί είναι ένα απόσπασμα από το βιβλίο των Ιταλών οικονομολόγων Τζόρτζιο Ρούφολο και Στέφανο Σίλος Λαμπίνι «Il film della crisi. La mutazione del capitalismo» (Einaudi, 2012).

72-272-3Η κεντρική θέση αυτού του βιβλίου είναι ότι η κρίση στην οποία έχουν βυθιστεί οι δυτικές χώρες γεννιέται από τη ρήξη ενός ιστορικού συμβιβασμού μεταξύ καπιταλισμού και δημοκρατίας. Η φάση που ακολουθεί μετά από αυτήν τη ρήξη μπορεί να οριστεί ως η εποχή του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού και αποτελεί την τρίτη μεταβολή που πέρασε ο καπιταλισμός από τις αρχές του προηγούμενου αιώνα. Η πρώτη φάση είναι μια «εποχή των ταραχών» και αντιστοιχεί στο διάστημα μεταξύ των αρχών του αιώνα και της έκρηξης του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Η δεύτερη φάση αποτελείται από τη λεγόμενη «χρυσή εποχή»: μια συνεννόηση μεταξύ καπιταλισμού και δημοκρατίας βασιζόμενη πάνω σε δύο θεμελιώδεις συμφωνίες. Η πρώτη συμφωνία περιελάμβανε την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, την οποία αντιστάθμιζε ο πολιτικός έλεγχος των κινήσεων των κεφαλαίων, ο οποίος εξασφάλιζε ένα ευρύ πεδίο στην αυτονομία της οικονομικής πολιτικής των κυβερνήσεων και στις διεκδικήσεις των εργαζομένων.

Η δεύτερη συμφωνία εμπνεόταν από μια νέα θεωρία για τη διεύθυνση των επιχειρήσεων, η οποία έβλεπε την επιχείρηση ως μια σύνθετη κοινωνική πραγματικότητα που επιδιώκει όχι μόνον το κέρδος αλλά και μια σειρά κοινωνικούς στόχους, καθιστώντας έτσι τη μεγάλη ιδιωτική επιχείρηση μια αληθινή κοινότητα. Η τρίτη φάση σηματοδοτεί ακριβώς μια ρήξη με τη χρυσή εποχή και υλοποιείται μέσα από την απελευθέρωση των κινήσεων του κεφαλαίου, η οποία επιτρέπει να εξαπολυθεί μια αληθινή καπιταλιστική αντεπίθεση. Αυτή η κίνηση, που πραγματοποιήθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1980 από τους ηγέτες των Ηνωμένων Πολιτειών και της Μεγάλης Βρετανίας, προκαλεί μια θεμελιώδη μεταβολή στους συσχετισμούς δυνάμεων μεταξύ καπιταλισμού και δημοκρατίας και μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας και ανοίγει τον δρόμο στην εντυπωσιακή επέκταση του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού στις δυτικές δημοκρατίες.

Η καπιταλιστική αντεπίθεση ωρίμασε μετά από μια σειρά γεγονότων που επηρέασαν την εξέλιξη της παγκόσμιας οικονομίας στη δεκαετία του 1970. Πρώτα απ’ όλα, οι πετρελαϊκές κρίσεις οδήγησαν σε ένα «στασιμοπληθωρισμό», δηλαδή σε ένα συνδυασμό πληθωρισμού στις τιμές των καταναλωτικών προϊόντων και πτώσης της ζήτησης, ενώ τροφοδότησαν και μεγάλες επενδύσεις των πετροδολαρίων στις παγκόσμιες χρηματοπιστωτικές αγορές. Πλάι στα δύο πετρελαϊκά σοκ, σημαντικό ρόλο έπαιξαν η πίεση που άσκησαν τα συνδικάτα των εργαζομένων, ο όλο και πιο έντονος ανταγωνισμός ανάμεσα στην παρακμάζουσα αμερικανική οικονομία και στις ανερχόμενες ευρωπαϊκές οικονομίες, καθώς και μια σειρά διανοητικά ρεύματα που άλλαξαν ουσιαστικά τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά της οικονομικής σκέψης και που συγκεκριμενοποιήθηκαν πρώτα με την αναγέννηση ενός νέου οικονομικού φιλελευθερισμού και έπειτα με την αλλαγή της πολιτικής ιδεολογίας.

Το σύνολο αυτών των στοιχείων δημιούργησε τις προϋποθέσεις για να εξαπολυθεί μια αληθινή αντεπίθεση, η οποία ώθησε τον καπιταλισμό να σπάσει τον ιστορικό συμβιβασμό με τη δημοκρατία. Προκλήθηκε έτσι ο εκφυλισμός του οικονομικού συστήματος προς τις πιο βάναυσες μορφές, που εκφράζονται από το κυνήγι της μεγιστοποίησης του βραχυπρόθεσμου κέρδους, από τη δυνατότητα να εκβιάζουν τους εργαζόμενους με την απειλή της μετεγκατάστασης των επιχειρήσεων και από την ικανότητα να υπονομεύουν τις κυβερνήσεις που εφαρμόζουν ανεπιθύμητες οικονομικές πολιτικές. Ιδού, λοιπόν, ποια είναι η θεμελιώδης μεταβολή, ουσιαστικά χρηματοπιστωτικού χαρακτήρα, από την οποία προέκυψε η σημερινή κρίση. Αυτή η μεταβολή αποδίδει στη μεγάλη ιδιωτική επιχείρηση και στο κεφάλαιο μια δύναμη απολύτως δυσανάλογη σε σχέση με τους άλλους παράγοντες της παραγωγής και κυρίως με την εργασία. Από δω πηγάζει η γιγάντια ανισότητα ανάμεσα στην αμοιβή των κεφαλαίων και εκείνη των εργαζομένων.

Ανισότητα που θα προκαλούσε μοιραία πτώση της ζήτησης και επομένως μια μεγάλη οικονομική κρίση, αν δεν είχε μεσολαβήσει η νικηφόρα κίνηση του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού: η μαζική και γενικευμένη προσφυγή στον δανεισμό που προωθούσαν οι ιδιωτικές τράπεζες και ευνοούσαν οι οικονομικές πολιτικές των νεοφιλελεύθερων κυβερνήσεων. Η δανειακή επιβάρυνση των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων ανανεωνόταν συστηματικά, καθιστώντας έτσι τον νέο χρηματοπιστωτικό καπιταλισμό ένα σύστημα στο οποίο τα χρέη ποτέ δεν εξοφλούνται. Επρόκειτο για μια απαράδεκτη διακινδύνευση, η οποία ωστόσο υποκινούνταν από τις κυβερνήσεις ενάντια σε κάθε λογική. Τα κύματα του χρέους που επισωρεύονταν το ένα πάνω στο άλλο θα ξεσπούσαν μοιραία, αργά ή γρήγορα, στην ακτή και η κρίση, που επί μακρόν αποφεύχθηκε, πλήττει το οικονομικό σύστημα τόσο πιο βίαια όσο πιο αργοπορημένη ήρθε.

Εκείνο που παρουσιαζόταν από τη νεοκαπιταλιστική ρητορική ως το θαύμα της νέας χρηματοπιστωτικής οικονομίας, που υποσχόταν μια ατέρμονη ανάπτυξη απαλλαγμένη από οικονομικές διακυμάνσεις, μετατρέπεται σε μια κρίση που χαρακτηρίζεται από υψηλό βαθμό αβεβαιότητας και αδικίας. Το υψηλότατο επίπεδο στο οποίο έφτασε η ιδιωτική δανειακή επιβάρυνση, η επικυριαρχία του χρηματοπιστωτικού τομέα πάνω στην πραγματική οικονομία και η αδυναμία των δημοκρατιών και των κρατών απέναντι στον χρηματοπιστωτικό καπιταλισμό επιδείνωσαν τα γεγονότα, μετατρέποντας μια δύσκολη κατάσταση στη χειρότερη ύφεση μετά τη μεγάλη κρίση του 1929. Στη συνέχεια, η δημόσια παρέμβαση δεν στάθηκε ικανή να προκαλέσει την αναστροφή του οικονομικού κύκλου και να αναζωογονήσει μια αυτοτροφοδοτούμενη ανάπτυξη. Η στρατηγική που καθοδήγησε την παρέμβαση του κράτους απέβλεπε απλώς στη μετατροπή του ιδιωτικού χρέους σε δημόσιο, με την ελπίδα ότι η οικονομία θα ανέκαμπτε, αποφεύγοντας να αγγίξει τους μηχανισμούς που επί τριάντα χρόνια τροφοδοτούσαν την επέκταση του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού και την αυξανόμενη απόκλιση στη διανομή του εισοδήματος.

Η προσφυγή στο κράτος, το οποίο θεωρήθηκε τώρα όχι πλέον σαν ένα εμπόδιο αλλά σαν ένας σωτήρας της αγοράς, κατέστησε δυνατή την αποφυγή της οικονομικής κατάρρευσης των τραπεζών και των μεγάλων ιδιωτικών επιχειρήσεων. Αλλά η αντικατάσταση του ιδιωτικού χρέους από το δημόσιο επιδείνωσε δραματικά τα δημόσια οικονομικά όλων των αναπτυγμένων χωρών και ιδιαίτερα των ασθενέστερων ευρωπαϊκών χωρών, φορτώνοντας τα κόστη της κρίσης στις «αθώες» κοινωνικές κατηγορίες: τους φορολογούμενους και τους εργαζόμενους. Στην Ευρώπη η κατάσταση επιδεινώθηκε ακόμα περισσότερο, επειδή οι κυβερνήσεις, εν μέσω της κρίσης, αποφάσισαν να δώσουν προτεραιότητα στην εξυγίανση των δημόσιων οικονομικών.

Αντίθετα, όλες οι προσπάθειες έπρεπε να κατευθυνθούν σε οικονομικές πολιτικές για την ενίσχυση της ζήτησης και της απασχόλησης. Με δυο λόγια, η φάση του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού, που σύμφωνα με την προπαγάνδα θα εξασφάλιζε μια εποχή απεριόριστης ανάπτυξης, δεν έφερε μεγαλύτερη οικονομική αποτελεσματικότητα, αλλά επιβράδυνση της ανάπτυξης, συνεχή αύξηση της απόστασης μεταξύ πλούσιων και φτωχών και έντονη οικονομική ευθραυστότητα, που έθεσε σε κίνδυνο την ίδια την επιβίωση του καπιταλιστικού συστήματος. Χρειάζεται επομένως αναστροφή της οικονομικής πολιτικής, προκειμένου να μειωθεί η δύναμη του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού και να αποδοθούν στο κράτος και στη δημοκρατία οι μοχλοί της χρηματοδότησης της ανάπτυξης, ειδικά στη διάρκεια της κρίσης. Χρειάζεται ακριβώς η επιστροφή σε μια συνθήκη της «χρυσής εποχής», όταν είχε υλοποιηθεί η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων αλλά όχι εκείνη των κεφαλαίων.

Sunday, April 14, 2013

Κ.ΒΕΡΓΟΠΟΥΛΟΣ_ Τέλος παιχνιδιού_ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ


http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=355339


Τέλος παιχνιδιού
Του ΚΩΣΤΑ ΒΕΡΓΟΠΟΥΛΟΥ, kvergo@gmail.com
Οπως είναι πασίγνωστο, το δεύτερο αρχαιότερο επάγγελμα του κόσμου, το τραπεζικό, συνδέεται με τη «νομιμοποιημένη» πολλαπλή εξαπάτηση του κοινού.
Οι καταθέτες, εμπιστευόμενοι τα χρήματά τους στις τράπεζες, πιστεύουν ότι τα εξασφαλίζουν, ενώ αυτά, την ίδια στιγμή, κυκλοφορούν σε άγνωστες αγορές, εκτεθειμένα σε κινδύνους ασύλληπτους ακόμη και για την πιο νοσηρή φαντασία. Από την εποχή του New Deal (1935) μέχρι το 1980, το επάγγελμα είχε τεθεί υπό αυστηρή επιτήρηση και δημόσιους ρυθμιστικούς ελέγχους, με κύριο γνώρισμα τον περιορισμό της έκθεσης του καταθετικού χρήματος στις κερδοσκοπικές μπίζνες των τραπεζών και τη σταθεροποίηση της χρηματοδοτικής λειτουργίας προς την πραγματική οικονομία. Ωστόσο, κατά τις τρεις τελευταίες δεκαετίες, με το νεοφιλελευθερισμό και μονεταρισμό, οι απορρυθμίσεις και απελευθερώσεις κατάργησαν τους περιορισμούς, οι τράπεζες απέβησαν βασικός μοχλός κερδοσκοπίας και σπάνιο είδος η χρηματοδότηση της οικονομίας. Διαβλήθηκε η έκδοση δημόσιου χρήματος, επετράπη η δημιουργία ιδιωτικού εικονικού χρήματος από αυτές. Πλημμύρισαν η Αμερική και η Ευρώπη από «φούσκες» εικονικού χρήματος, που οι δημιουργοί του κατέληξαν σε αδυναμία να τιμούν.

Ηδιορθωτική αντίστροφη μέτρηση άρχισε από την Αμερική με τον πρόεδρο Ομπάμα (2009), ο οποίος επαναφέρει δημόσιους ελέγχους στη χρηματοπιστωτική σφαίρα. Οι Ευρωπαίοι ηγέτες, περισσότερο δέσμιοι του λόμπι των τραπεζών, ακολούθησαν με εφεκτικότητα και υστέρηση, ενώ σήμερα κάνουν μεταβολή, ακυρώνοντας και τα ελάχιστα βήματα που είχαν κάνει ή επαγγέλλονταν ότι θα κάνουν.

Ο ευρωπαϊκός φόρος 0,02% στις χρηματοπιστωτικές συναλλαγές αποδείχθηκε ούτε καν φύλλο συκής, αλλά απλό στρινγκάκι. Παράλληλα, ο διαχωρισμός των καταθετικών τραπεζών από τις επενδυτικές θεσπίσθηκε τόσο χαλαρά, ώστε κατανοήθηκε ως απλή «στάχτη στα μάτια» των καταθετών. Αντί να καθησυχάζει τις ανησυχίες τους, τις νομιμοποιεί και τις επαυξάνει. Παράλληλα, η ευρωπαϊκή απόφαση του Ιουνίου 2012 για διαχωρισμό των τραπεζικών χρεών από τα κρατικά και η απ' ευθείας ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών από τον ευρωπαϊκό μηχανισμό ESM, όχι μόνον ουδέποτε εφαρμόσθηκε, αλλά και αυθαίρετα ερμηνεύθηκε από τη Μέρκελ ότι δεν αφορά παρελθόντα και συσσωρευμένα τραπεζικά χρέη, αλλά αποκλειστικά και μόνο μελλοντικά.

Τέλος, με την κυπριακή απόφαση, καταφέρεται χαριστική βολή στην καθ' όλα νόμιμη προσδοκία των καταθετών για αυστηρότερη ρύθμιση της τραπεζικής ασυδοσίας. Το σχέδιο τραπεζικής ενοποίησης της Ευρώπης, που οριστικοποιήθηκε στις αρχές του 2013 και θεωρήθηκε απαράκαμπτη προϋπόθεση για τη δημιουργία ενιαίου οικονομικού χώρου, προβλέπει ως πρώτο βήμα την ευρωπαϊκή εγγύηση των καταθέσεων ανεξαρτήτως μεγέθους. Ωστόσο, με το κυπριακό πείραμα, οι καταθέσεις «συνυπευθυνοποιούνται» και ο ευρωπαϊκός μηχανισμός στήριξης παρακάμπτεται. Οχι μόνον η υποθετική πορεία προς την τραπεζική ενοποίηση διακόπτεται ή μετατίθεται σε ασαφές μέλλον, αλλά ακόμη και ο υπάρχων μηχανισμός στήριξης αδρανοποιείται, αφού αντί «διασώσεων από έξω» προτιμώνται πλέον οι «διασώσεις από μέσα». Το κόστος των διασώσεων επιρρίπτεται στο εξής στον διασωζόμενο. Πόσο ρεαλιστικό και βιώσιμο μπορεί να θεωρηθεί το νέο υπόδειγμα; Πού άγεται η Ευρώπη με την εφαρμογή του;

Οι ευρωπαϊκοί λαοί έχουν κάθε δημοκρατικό δικαίωμα να μην αναλαμβάνουν διασώσεις άλλων λαών, κρατών, τραπεζών. Ωστόσο, θα έπρεπε οι υπεύθυνοι ηγέτες να τους εξηγούν ότι στη διεθνή οικονομία κάθε κατάρρευση ενός στοιχείου της συνεπάγεται ανάλογο κόστος και αποσταθεροποιητικές επιπτώσεις για τα υπόλοιπα. Αποτελεί κοινό συμφέρον όλων η αποτροπή κατάρρευσης ακόμη και ενός στοιχείου και η μοναδική οδός προς διατήρηση της διεθνούς σταθερότητος είναι η διάχυση του κόστους διάσωσης μεταξύ όλων των πλευρών. Εάν αυτό ισχύει για τη διεθνή κοινότητα, ισχύει κατά μείζονα λόγο για την κοινότητα χωρών που επιλέγουν κοινό νόμισμα. Η αξίωση αλληλεγγύης μεταξύ εταίρων δεν βασίζεται στην ηθική ούτε στον αλτρουισμό, αλλά στο κοινό συμφέρον. Οσο ταχύτερα σταθεροποιείται ο εύθραυστος εταίρος τόσο αποτελεσματικότερη η εύρυθμη λειτουργία του συνόλου. Ωστόσο, εξ ορισμού ο εύθραυστος διαθέτει πολύ λιγότερα μέσα διάσωσης από ό,τι οι πλεονασματικοί. Οταν η διάσωση περιορίζεται στα μέσα αυτού που βρίσκεται στα πρόθυρα κατάρρευσης έχει τις λιγότερες πιθανότητες επιτυχίας και το υψηλότερο κόστος για τους εταίρους του. Αναφαίρετο το δικαίωμα των ισχυρών της Ευρώπης να αποποιούνται το κόστος σταθεροποίησης των αδυνάτων, ωστόσο, σε αυτή την περίπτωση, επωμίζονται μοιραία το κόστος από την επί θύραις κατάρρευση αυτών και την αποσταθεροποίηση του κοινού νομίσματος. Δεν μπορούν να αποποιούνται και τα δύο, ούτε βέβαια να ενοχοποιούν γι' αυτό τα θύματα των δικών τους επιλογών. Εάν σήμερα οι προοπτικές του ευρώ εξαντλούνται, ιστορική ευθύνη για αυτό φέρουν όσοι διαθέτουν τα μέσα για να το διασώζουν, αλλά το αποφεύγουν, παρά όσοι έχουν στερηθεί πλέον κάθε μέσου.

Κ.ΒΕΡΓΟΠΟΥΛΟΣ -Χρηματοπιστωτική ασυδοσία - ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ

http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=357081


Χρηματοπιστωτική ασυδοσία
Του ΚΩΣΤΑ ΒΕΡΓΟΠΟΥΛΟΥ, kvergo@gmail.com

Με την Κύπρο, η Ευρώπη εγκαινίασε νέο σύστημα διασώσεων τραπεζών «από μέσα» και όχι πλέον «από έξω». Οι καταθέτες μετονομάζονται σε «επενδυτές» και επωμίζονται το κόστος διάσωσης των ιδρυμάτων στα οποία εμπιστεύονται τις αποταμιεύσεις τους. Η νέα επιλογή, όπως και οι προηγούμενες, είναι γερμανικής έμπνευσης, εμφανίζεται ότι στρέφεται εις βάρος των μεγαλοκαταθετών, αιτιολογείται με ηθική βάση τη δικαιότερη κατανομή του κόστους.
Ακόμη μια φορά, αντί να αντιμετωπίζεται το πρόβλημα στις συνθήκες υπό τις οποίες εκπορεύεται, το ενδιαφέρον εγκλωβίζεται στην κατανομή του κόστους του. Στην ουσία, η ηθική προσέγγιση της οικονομίας δεν συνιστά παρά απλό αντιπερισπασμό, που εγκλωβίζει την κοινή γνώμη σε δευτερεύουσες πλευρές, ώστε να συγκαλύπτεται το κύριο πρόβλημα.

Με τις συστηματικές απελευθερώσεις και απορρυθμίσεις της τελευταίας δεκαετίας, έχει νομιμοποιηθεί ακριβώς ό,τι ήταν επιλήψιμο και παρέμενε μέχρι πρόσφατα απαγορευμένο. Στο χρηματιστικό πεδίο και σε αυτό του εικονικού χρήματος, διαπρέπουν κατ' εξοχήν οι τράπεζες και οι ενδιάμεσοι του μεγάλου χρήματος, αλλά και με κατ' εξοχήν αμφισβητούμενα αποτελέσματα.

Επιτρέπεται πλέον απεριόριστα η δημιουργία κάθε είδους χρηματιστικής φούσκας, αλλά, όταν αυτή σπάζει, τις συνέπειες επωμίζονται τα κράτη, οι φορολογούμενοι και, σήμερα, οι καταθέτες.

Ωστόσο, όπως και αν κατανέμεται το κόστος διασώσεων των ιδρυμάτων από τις φούσκες που τα ίδια, και με ανεξέλεγκτη δική τους βουλιμία και ευθύνη, δημιουργούν, άραγε δεν θα ήταν προτιμότερο, κοινωνικά δικαιότερο και οικονομικά αποτελεσματικότερο να επιλαμβάνεται επιτέλους η πολιτεία αυτού του πεδίου, αποτρέποντας εκ προοιμίου το σχηματισμό σε παρόμοιες φούσκες;

Κατά το παρελθόν, οι φούσκες αποτρέπονταν μέσω αυστηρότερων ρυθμίσεων στο πεδίο των χρηματιστικών δραστηριοτήτων. Από την εποχή του Αμερικανού προέδρου Ρούζβελτ (1935) μέχρι τον Ρίγκαν (1981) οι ρυθμίσεις εμπόδιζαν τόσο τις φούσκες όσο και τις κρίσεις, σε σημείο που ορισμένοι απογοητευμένοι «μαρξιστές» είχαν θεωρήσει ότι καταργήθηκαν οι «κυκλικές κρίσεις» του καπιταλισμού για τις οποίες είχε μιλήσει ο Κ. Μαρξ. Ωστόσο οι φούσκες και κρίσεις δεν είχαν καταργηθεί, αλλά απλώς το σύστημα είχε βρει επιτυχημένο τρόπο διαχείρισης, ώστε να τις αποτρέπει και να τις υπερβαίνει κάθε φορά.

Με την κατάργηση του οπλοστασίου του Ρούζβελτ, που εορτάστηκε με άφθονο αφρώδη οίνο το 1999 από τον πρόεδρο Κλίντον, επανήλθαν στο προσκήνιο τόσο οι μεν όσο και οι δε, με τις σημερινές δραματικές συνέπειες για δεκάδες εκατομμύρια εργαζομένους.

Με την κρίση που σήμερα επιλέγει το εκτός ελέγχου σύστημα, οι εργαζόμενοι όχι μόνο βλέπουν τα εισοδήματά τους να περικόπτονται, αλλά επωμίζονται ακόμη το κόστος διάσωσης των ιδρυμάτων που προκαλούν και αναπαράγουν την κρίση με την ανάληψη των πλέον υψηλών και παράλογων κινδύνων. Κι ακόμη, ενώ η «εκ των ένδον» διάσωση διαχέει το κόστος της είτε στους φορολογουμένους είτε στους καταθέτες, ουδέν μέτρο προωθείται ώστε τα διασωζόμενα από τις συνέπειες της δικής τους απερισκεψίας ιδρύματα να εξασφαλίζουν σε αντάλλαγμα αύξουσα στήριξη της οικονομίας.

Μέχρι σήμερα, ο τρόπος διάσωσης των πιστωτικών ιδρυμάτων από τις συνέπειες της δικής τους ανευθυνότητος αποβαίνει ταυτόχρονα και ο βασικός μηχανισμός αποσταθεροποίησης της οικονομίας, της ύφεσης και της υψηλής ανεργίας.

Σύμφωνα με εκτιμήσεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, από το 2009 μέχρι σήμερα οι διασώσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων έχουν κοστίσει 79% του ΑΕΠ στις ΗΠΑ και 81% στη Βρετανία.

Ομοίως, οι διασώσεις έχουν κοστίσει 70% του ΑΕΠ στη Σουηδία, 30% στο Βέλγιο, 22,2% στη Γερμανία, 19% στη Γαλλία. Οι μεταβιβάσεις εισοδήματος από την οικονομία προς τη χρηματοπιστωτική σφαίρα θα μπορούσαν να εξιλεώνονται εάν τουλάχιστον απέφεραν κάποια βελτίωση στη λειτουργία του οικονομικού συστήματος. Ωστόσο τα πιστωτικά ιδρύματα, ενώ διασώζονται με κύριο επιχείρημα τη χρησιμότητά τους για τη χρηματοδότηση της οικονομίας, εν τούτοις εξακολουθούν να αποστρέφονται ακόμη περισσότερο τα πεδία της οικονομίας και της παραγωγής και να προσελκύονται όλο και περισσότερο από αυτά του εικονικού χρήματος και της κερδοσκοπίας.

Το χρήμα των διασώσεων, είτε των φορολογουμένων είτε των καταθετών, παροχετεύεται όλο και περισσότερο σε δραστηριότητες υψηλού και αθέμιτου ρίσκου, και αυτό παρ' όλο που αιτιολογείται με την ανάγκη εξασφάλισης επαρκών χρηματοδοτήσεων για την οικονομία.

Εγείρεται σήμερα επιτακτικό ζήτημα διάσωσης όχι τόσο των ιδρυμάτων όσο κυρίως της οικονομίας, της απασχόλησης, των εισοδημάτων. Πέραν της ηθικής, τίθεται κυρίως ζήτημα οικονομικής αποτελεσματικότητος. Διάσωση των ιδρυμάτων όμως με ανταλλάγματα έναντι της οικονομίας, όχι με αύξουσα ασυδοσία τους.

Επιβάλλεται καταναγκαστικό όριο προς χρηματοδότηση της οικονομίας, με δραστικό περιορισμό των κερδοσκοπικών τοποθετήσεων υψηλού κοινωνικού κινδύνου. Η ρύθμιση του χρηματοπιστωτικού πεδίου δεν είναι ουτοπική, αλλά απολύτως εφικτή και αναγκαία για την απεμπλοκή από το σημερινό αδιέξοδο.

Tuesday, April 9, 2013

ΑΘ.ΖΟΥΛΙΑΣ- Ο ΚΥΚΛΟΣ ΤΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ


                       
 Ο ΚΥΚΛΟΣ ΤΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ
                                   
  Άρθρο του Θανάση Ζούλια

     
    Ας ξεκινήσουμε από την γενικά παραδεκτή αντίφαση του καπιταλιστικού συστήματος.    
  Aφ’ ενός, υπάρχει η τάση για διαρκή αύξηση των κερδών του με διαρκή μείωση του κόστους παραγωγής, στο οποίο συμπεριλαμβάνονται οι μισθοί και οι αμοιβές των εργαζομένων.
  Αφ’ ετέρου, όμως υπάρχει μια πλεονάζουσα παραγωγή προιόντων που θα πρέπει να απορροφηθεί  από καταναλωτές με  διαρκώς συρικνούμενη αγοραστική  δύναμη. Για να αντιμετωπισθεί αυτό το προφανές χάσμα μεταξύ της αγοραστικής δύναμης  των εργαζομένων και την πλεονάζουσα παραγωγή προιόντων, που απειλεί την κερδοφορία του κεφαλαίου, επεμβαίνει το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο με την «βιομηχανία πιστωτικών καρτών και την βιομηχανία δημιουργίας υπερχρέωσης». Στην φάση αυτή κάποιες διαδικασίες είναι σχεδόν «υποχρεωτικές» και ισχύουν τόσο για τον υπερδανεισμό των κρατών (πολιτικές πιέσεις και διαφθορά κυβερνητικών παραγόντων για περιττούς  εξοπλισμούς και προμήθειες), όσο και για την υπερχρέωση των ιδιωτών (κατάχρηση παραπλανητικού μάρκετινγκ - δήθεν δωρεάν παροχή καρτών και πιστωτικών ορίων- εορτοδάνεια, κλπ. Φυσικά ο υπερδανεισμός αυτός γίνεται κυρίως με μοχλευμένο χρήμα φούσκα, που στην αρχή παρέχεται με χαμηλότοκες πιστώσεις και γεμίζει την αγορά. Τα κέρδη  στην φάση αυτή είναι αρκετά, τόσο για το παραγωγικό κεφάλαιο, που βλέπει με ικανοποίηση τα πλεονάζοντα προιόντα του να καταναλώνονται όσο και για το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο, που δημιουργεί ανύπαρκτο χρήμα με την μορφή του χρέους, μοχλευμένο ακόμα και 30 φορές περισσότερο από αυτό που κατέχει. Η αφθονία χρήματος στην φάση αυτή, εξασφαλίζει για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα τόσο την πληρωμή μέρους του χρέους (και βασικά του αέρα τους, των τόκων κλπ) καθώς και την αύξηση της κατανάλωσης.

Όμως ο κύκλος δεν σταματά εδώ. Το μεγάλο χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο, κάποια στιγμή, με διάφορες προφάσεις, διακόπτει απότομα την ροή του χρήματος.  Οι τράπεζες αποφασίζουν  να μαζέψουν τεράστια ποσά από μοχλευμένα χρήματα και χρέη τα οποία όμως δημιουργήθηκαν χωρίς αντίκρισμα σε χαρτονομίσματα. Δημιουργούνται (τεχνητά και δολίως) συνθήκες ύφεσης και λιτότητας στην πραγματική αγορά, μειώνονται οι κύκλοι εργασιών, προκαλώντας ανεργία και ραγδαία κατάρρευση των φορολογικών και ασφαλιστικών εσόδων. Αυτό οδηγεί σε σπασμωδικές αντιδράσεις αρκετών κυβερνήσεων (συνήθως εξαρτημένων από πολιτικούς όργανα του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου ή απλά ανίκανων να διαχειρισθούν τέτοιες καταστάσεις) που προσπαθούν να καλύψουν τα ελλείμματα με απολύσεις, μειώσεις μισθών , αυξημένη φορολογία και με αυξήσεις της τιμής των κοινωνικών αγαθών. Από το σημείο αυτό οι εξελίξεις είναι σχεδόν μονόδρομος. Προκαλείται ραγδαία απαξίωση των τιμών για πραγματικά αγαθά που αγοράσθηκαν πρόσφατα σε ψηλές τιμές με δανεικό χρήμα φούσκα. Σε συνδυασμό με την απότομη αύξηση των επιτοκίων, τεχνητά προκαλούμενη (με δήθεν άνοδο των σπρέντς, δήθεν ανησυχία αγορών, δήθεν αξιολογήσεις διεθνών οίκων κλπ σύγχρονα παρασιτικά χρηματοπιστωτικά παιχνίδια)(1), δημιουργούνται συνθήκες χρεωκοπίας που βοηθούν το μεγάλο κεφάλαιο να ξαναγοράσει πάμφθηνα φυσικούς πόρους, αγαθά και αξίες που είχε πριν λίγο πουλήσει πανάκριβα.

Προφανώς σ’ αυτή την διαδικασία μπορούν να επικρατήσουν μόνο οι πολύ δυνατοί οικονομικά φορείς, που άλλωστε ελέγχουν και την ροή του πραγματικού χρήματος, έχουν πρώτοι τις πληροφορίες και καθορίζουν τους διαδικαστικούς κανόνες αυτού του καπιταλιστικού «παιχνιδιού». Η υποστήριξή τους από πολιτικούς, που έχουν προωθηθεί σε κομβικές κυβερνητικές θέσεις καθώς και η «νεοφιλελεύθερη» ιδεολογική χειραφέτηση της κοινής γνώμης μέσω των ελεγχόμενων από αυτούς ΜΜΕ διευκολύνει ακόμα περισσότερο την επικράτησή τους
.
Τέλος, όταν πλέον θα έχει ολοκληρωθεί η επανασυγκέντρωση των πραγματικών αγαθών από τους φορείς του μεγάλου χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου και δημιουργηθεί νέα ανάγκη αγοραστών, να είστε σίγουροι ότι επίσης ξαφνικά η ύφεση θα τελειώσει και θα βρεθεί άφθονο χρήμα φούσκα για να ξαναρχίσει ο «υποχρεωτικός» δανεισμός, προς νέους αγοραστές που βέβαια σταδιακά θα αγοράζουν ολοένα και πιο ακριβά τα πρώην απαξιωμένα αγαθά, ολοκληρώνοντας έτσι τον κύκλο του κεφαλαίου πριν ξαναρχίσει.

Αν κάνουμε «ταμείο» στην διαδικασία αυτή θα διαπιστώσουμε, αυτούς που είναι σε κάθε περίπτωση κερδισμένοι. Φυσικά προέρχονται από τον κόσμο μιάς  χρηματοπιστωτικής ελίτ (5-10% του πληθυσμού) που στο τέλος του κύκλου θα αυξήσουν ακόμα περισσότερο  τα ταμειακά τους διαθέσιμα. Επίσης θα διαπιστώσει αυτούς που είναι σε κάθε περίπτωση χαμένοι και προέρχονται από την συντριπτική πλειοψηφία των εργαζομένων, αυτοαπασχολούμενων, αλλά και μικρομεσαίων επιχειρήσεων που αποτελούν τον πραγματικό παραγωγικό ιστό κάθε χώρας (90-95% του πληθυσμού). Οι συνέπειες για αυτούς είναι συχνά τραγικές και αμετάκλητες. Και μην ξεχνάμε ότι η πολιτική της λιτότητας είναι ένα θαυμάσιο εργαλείο για την κυριαρχία του πλούτου, αφού ο έχων πολλά επιβιώνει και με λιγότερα αλλά ο μη έχων απλώς εξοντώνεται.
Η ανάγκη πολιτικής λύσης είναι προφανής.
Θανάσης Ζούλιας – δρ.ανάλυσης χώρου και χωροταξίας

(1)    Ας θυμηθούμε την  αξιοσημείωτη η αναφορά  στο βιβλίο του Πωλ Κρούγκμαν "Η κρίση του 2008" σελ.84-85 για την θέση του Γκιγιέρμο Κάλβο της Παγκόσμιας Τράπεζας "....ότι υπάρχουν μηχανισμοί που μετασχηματίζουν ελάσσονος σημασίας πολιτικά λάθη σε μεγάλες οικονομικές καταστροφές"